• facebook
  • twitter
  • rss
I Daniel Blake: Η ιστορία ενός Βρετανού “ωφελούμενου”

I Daniel Blake: Η ιστορία ενός Βρετανού “ωφελούμενου”

Η καταγγελία της πολιτικής του workfare μέσα από την ταινία

 

Ο Κεν Λόουτς αν μη τι άλλο μας έχει συνηθίσει σε ταινίες κοινωνικής κριτικής. Πρωταγωνιστές είναι συνήθως καθημερινοί άνθρωποι της σύγχρονης βρεταννικής εργατικής τάξης, μιας κοινωνικής τάξης με πλούσια ιστορία και κουλτούρα που ξαφνικά την δεκαετία του '80 αποφασίστηκε από την Μάργκαρετ Θάτσερ ότι απλά δεν υπάρχει και ότι έχει αντικατασταθεί από άτομα που κοιτάνε το προσωπικό τους συμφέρον. Στον αντίποδα λοιπόν της κυρίαρχης νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας, ο σοσιαλιστής Κεν Λόουτς έχει βαλθεί να κάνει ορατή τη συγκεκριμένη τάξη, τους ανθρώπους της, την καθημερινότητα της, την επίθεση που δέχεται από τις πολιτικές της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης. Στην τελευταία του ταινία καταπιάνεται ειδικότερα με τον τρόπο που εφαρμόζεται στη Βρετανία η πολιτική του workfare, της ανταποδοτικής πρόνοιας ή πιο απλά του εξαναγκασμού στην εργασία των ανέργων που δέχονται οποιοδήποτε είδους προνοιακών επιδομάτων.

 

Η ταινία μας βάζει κατευθείαν “στο ζουμί”. Ξεκινάει με τον μεσήλικα Daniel Blake να εξετάζεται από ένα στέλεχος πολυεθνικής εταιρείας στον τομέα της υγείας, συμβεβλημένης με το αντίστοιχο ΙΚΑ για να αξιολογεί αν πληροί τις προϋποθέσεις για το επίδομα ασθενείας. Ο πολυμήχανος μάστορας Daniel Blake είχε ένα σοβαρό καρδιακό επεισόδιο που κόντεψε να του στοιχίσει τη ζωή. Από τότε οι γιατροί του λένε ότι είναι αδύνατο να εργαστεί κι έτσι συντηρείται με το επίδομα ασθενείας. Για το βρεταννικό κράτος όμως είναι ένα ακόμη στατιστικό που “τρώει” τα προνοιακά επιδόματα χωρίς να εργάζεται και η ιδιωτική εταιρεία έχει αναλάβει να ανακαλύψει την ικανότητα του για εργασία, μέσω ερωτήσεων άσχετων με την καρδιά του. Ο Daniel Blake αντιμετωπίζει εχθρικά και ειρωνικά τις άσχετες με την ιατρική του ασθένεια ερωτήσεις αξιολόγησης και δέχεται την προειδοποίηση ότι η συμπεριφορά του δεν θα βοηθήσει στην αξιολόγηση του.

 

Πράγματι, ο Daniel Blake δεν μαζεύει τους πόντους που χρειάζονται και κρίνεται ικανός για εργασία, αφού άλλωστε απάντησε ότι μπορεί να κάνει τα βασικά πράγματα για τα οποία χρειάζονται οι εργάτες (να περπατήσει, να κουνήσει τα χέρια του, να πατήσει πλήκτρα και να βάλει το ξυπνητήρι). Ακολουθεί ένας γραφειοκρατικός Γολγοθά για να ασκήσει έφεση στην απόφαση, όντας έρμαιο στα χέρια της ιδιωτικής εταιρείας. Που σκοπός της είναι η εφαρμογή του workfare για λογαριασμό του Βρετανικού κράτους. Που δηλαδή κάνει καλά τη δουλειά της αν μειώνει τους δείκτες όσων δέχονται επιδόματα και τους κάνει να δουλεύουν.

 

Έτσι ο Daniel Blake γίνεται ένας “ωφελούμενος”. Αφού μπορεί να δουλέψει αλλά δεν έχει δουλειά, του εξηγείται στον ΟΑΕΔ ότι η μόνη του επιλογή είναι πλέον το “Job Seeker Allowance”, το αντίστοιχο επίδομα ανεργίας, το οποίο και αιτείται για να συντηρηθεί μέχρι να εξεταστεί η έφεση του. Σε αυτό το σημείο, διακρίνονται και οι δύο κατηγορίες εργαζομένων στον βρεταννικό ΟΑΕΔ. Από τη μια τα στελέχη που εφαρμόζουν τις “ενεργές πολιτικές αντιμετώπισης της ανεργίας”, για τους οποίους ο άνεργος είναι ένα είδος μαθητή στην καλύτερη ή τιμωρημένου στην χειρότερη, που έχει κλείσει μια συμφωνία με το κράτος: Αυτό του δίνει λεφτά για να επιβιώνει, με όρο να διορθώσει τα προβλήματα που τον οδήγησαν στην ανεργία και είναι αποκλειστικά δική του ευθύνη και επιλογή. Γι' αυτά τα στελέχη και για τις υπηρεσίες πρόνοιας που λειτουργούν με βάση τέτοιες λογικές, τα οποιαδήποτε ζητήματα προκύπτουν οφείλονται στην ανευθυνότητα και την τεμπελιά των ανέργων, που μέσω ενός συστήματος πόντων και ποινών καλούνται να ενσωματώσουν την ιδέα ότι αυτοί φταίνε για την ανέχεια τους. Κι όταν κάποιος/α αγανακτήσει και υψώσει την φωνή του, προφανώς περνάει στην αρμοδιότητα των security. Από την άλλη, μια κατηγορία εργαζόμενων που αντιμετωπίζει με ανθρώπινη κατανόηση τους ανέργους και προσπαθεί αντί να τους τιμωρήσει να τους βοηθήσει. Μια πράξη μοριακής σύνδεσης μεταξύ διαφορετικών κατηγοριών εκμεταλλευομένων, ενός εργαζόμενου στην πρόνοια κι ενός χρήστη των υπηρεσιών του, που πάντα κρίνουμε ως πολύ σημαντική.

 

Ακριβώς δίπλα στον κόσμο που συντηρείται με το επίδομα, η ταινία δείχνει ότι κινείται και ο κόσμος της μαύρης οικονομίας. Η Κέιτι που επίσης πρωταγωνιστεί, καταλήγει εκεί, όταν της κόβεται το επίδομα επειδή άργησε να πάει στον ΟΑΕΔ, έχοντας μόλις μετακομίσει σε μια άγνωστη πόλη για να μπορέσει να πάρει το επίδομα. Είπαμε: Μια “ωφελούμενη” δεν έχει επιλογή να αποφασίσει που θα μείνει, που και πότε θα δουλέψει, έχει μόνο υποχρεώσεις, που αν δεν της τηρεί, ή άλλη επιλογή της είναι η εξαθλίωση. Στον αντίποδα, κάποιοι προσπαθούν να εκμεταλλευθούν τη μαύρη οικονομία, για να γλιτώσουν από τις τιμωρίες του workfare. Όπως ο έγχρωμος γείτονας του Daniel Blake, που κάνει λαθρεμπόριο παπουτσιών από την Κίνα για να μην αναγκάζεται να ξυπνάει στις 5:30 για να δουλέψει για 45' σε κάποια “απασχόληση” του ΟΑΕΔ, αμειβόμενος “χειρότερα κι από την Κίνα” για 3,49 λίρες την ώρα. Εδώ αξίζει να υπενθυμίσουμε ότι μια άλλη βασική έννοια του workfare είναι να ανακαλύψει τέτοια κρυφά εισοδήματα των ανέργων και να τα περιορίσει ώστε να επανέλθουν στον προδιαγεγραμμένο δρόμο, της “εθελοντικής” συμφωνίας με το κράτος.

 

Σαν τον Daniel Blake που αφού “επέλεξε” να είναι “ωφελούμενος”, του τονίζεται ότι για να λαμβάνει το επίδομα πρέπει να τηρεί δυο βασικές υποχρεώσεις: Να ψάχνει για εργασία 35 ώρες την εβδομάδα και να μπορεί να το αποδείξει στον ΟΑΕΔ (βγάζοντας πχ. selfie με τους εργοδότες!), καθώς και να παρακολουθεί τα σεμινάρια κατάρτισης του ΟΑΕΔ. Επαναλαμβάνουμε, για το workfare “ωφελούμενος” σημαίνει ένα “τίποτα”: Είτε ένας μαθητής που πρέπει να μάθει να φτιάχνει το σουπερ βιογραφικό, γιατί αυτό φταίει που δεν το ξεχωρίζουν από την στοίβα οι εργοδότες. Είτε ένας τεμπελχανάς που βαριέται να δουλέψει και γι' αυτό πρέπει να αποδείξει ότι σπαταλά κάθε εβδομάδα ισόποσο χρόνο με έναν εργάτη στην αναζήτηση εργασίας. Αλλιώς, όπως πάντα του κόβεται το επίδομα.

 

Όπως συμβαίνει στον ήρωα μας, που μπουχτισμένος, από αυτό το θέατρο του παραλόγου -που πρέπει να λέει ψέμματα σε εργοδότες και ΟΑΕΔ ότι ψάχνει για δουλειά και να μαζεύει πόντους σε ένα εξευτελιστικό παιχνίδι με δώρο το επίδομα που δικαιούται- αποφασίζει να αντιδράσει δημοσιοποιώντας το αίσχος της κοροϊδίας και της εκμετάλλευσης που δέχεται. Γράφει ένα οργισμένο και ταυτόχρονα αστείο σύνθημα έξω από τον ΟΑΕΔ που ζητάει με το ονοματεπώνυμο να του απαντήσουν επιτέλους στην έφεση του για το επίδομα ασθενείας. Οι “ωφελούμενοι/ες” μπορούμε αν το αποφασίσουμε ατομικά και συλλογικά να πάψουμε να είμαστε απλά ένα νούμερο στα κατάστιχα της γραφειοκρατείας των υπηρεσιών. Με όπλο μας την αλληλεγγύη και κάνοντας έξυπνες κινήσεις δημοσιοποίησης της “αόρατης” καθημερινής τιμωρίας που δεχόμαστε, μπορούμε όπως ο “σύντροφος Daniel Blake” να υπενθυμίσουμε σε όλους τους αρμόδιους ότι είμαστε άνθρωποι με ανάγκες και δικαιώματα.

 

Ο Κεν Λοούτς καταφέρνει σε αυτήν την ταινία του να αποτυπώσει με ρεαλιστικό και συγκινητικό τρόπο τις δυο όψεις μιας κοντινής σε εμάς τους “κοινωφελείς” και τους voucherάδες συνθήκης. Από τη μια την ψυχρή, αλλά καλά σχεδιασμένη γραφειοκρατεία και βάρβαρη εκμετάλλευση του συστήματος απέναντι στους “ωφελούμενους”. Από την άλλη την ταξική αξιοπρέπεια και τις σχέσεις αλληλεγγύης των από κάτω αυτής της κοινωνίας, με τις οποίες προσπαθούν να αντισταθούν. Αυτή η συνθήκη του workfare δεν αποτελεί βρετανική πρωτοτυπία, αλλά μια διεθνή στρατηγική κράτους και αφεντικών που προσπαθεί να εφαρμοστεί με όλες τις λεπτομέρειες που βλέπουμε στην οθόνη και στην Ελλάδα. Αρκεί να θυμηθούμε την πρόσφατη απόφαση του ΔΣ του ΟΑΕΔ να επιβάλλει ποινολόγιο στους ανέργους που δεν αποδεικνύουν ότι ψάχνουν για δουλειά ή τις υποχρεώσεις για εργασία και τον έλεγχο που πρέπει να δέχονται όσοι λαμβάνουν το Κοινωνικό Επίδομα Αλληλεγγύης. Κάποια από αυτά που δείχνει η ταινία τα βλέπουμε ήδη στην Ελλάδα, ή θα τα δούμε αργά ή γρήγορα. Και η μόνη πραγματική επιλογή που έχουμε είναι το αν θα σιωπήσουμε και θα τα αποδεχτούμε όλα αυτά στις ζωές μας ή θα μιλήσουμε και θα αγωνιστούμε εναντίον τους.

Leave a reply